Μείωση της χρήσης κοινωνικών δικτύων και ψυχική υγεία νέων ενηλίκων
05 Ιανουαρίου 2026, 07:00
Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο JAMA Network Open έδειξε ότι η μείωση της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για μόλις μία εβδομάδα μπορεί να επιφέρει σημαντικά οφέλη στην ψυχική υγεία νεαρών ενηλίκων. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες παρουσίασαν μείωση των συμπτωμάτων άγχους κατά 16%, της κατάθλιψης κατά 24,8% και της αϋπνίας κατά 14,5%.
Στη μελέτη συμμετείχαν 373 άτομα ηλικίας 18 έως 24 ετών, τα οποία αμείφθηκαν με 150 δολάρια για τη συμμετοχή τους. Το δείγμα περιλάμβανε κυρίως γυναίκες (277), καθώς και άνδρες (73), non-binary άτομα (12), τρανς άτομα (9) και άτομα άλλης ταυτότητας φύλου (2). Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε πέντε δημοφιλείς πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης: Facebook, Instagram, Snapchat, TikTok και X.
Οι συμμετέχοντες είχαν την ελευθερία να περιορίσουν τον χρόνο χρήσης τους όπως οι ίδιοι έκριναν. Συνολικά, παρατηρήθηκε μείωση της χρήσης σε όλες τις πλατφόρμες. Ωστόσο, το Instagram και το Snapchat διατηρήθηκαν ως οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες εφαρμογές, ενώ το TikTok ήταν εκείνο που εγκαταλείφθηκε ευκολότερα. Το Facebook και το X ήταν οι πλατφόρμες με τη μεγαλύτερη μείωση επισκέψεων. Τα ευρήματα αυτά εντάσσονται σε έναν ευρύτερο επιστημονικό διάλογο σχετικά με την επίδραση του χρόνου οθόνης και των κοινωνικών δικτύων στην ψυχική υγεία, ιδιαίτερα στους νέους και τους εφήβους. Μάλιστα, μια μετα-ανάλυση που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2025 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αποχή από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί γενικά να έχει θετικές επιδράσεις.
Η ψυχίατρος NidhiGupta, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, εξηγεί ότι τα κοινωνικά δίκτυα, παρότι διευκολύνουν την επικοινωνία, μπορεί να επιβαρύνουν συναισθηματικά τους χρήστες. Ένας βασικός μηχανισμός είναι η λεγόμενη «ανοδική κοινωνική σύγκριση», δηλαδή η σύγκριση του εαυτού μας με εξιδανικευμένες εικόνες ζωής και σώματος άλλων, γεγονός που ενισχύει τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, το άγχος και τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Επιπλέον, οι αλγόριθμοι των πλατφορμών είναι σχεδιασμένοι ώστε να διατηρούν την προσοχή των χρηστών, με αποτέλεσμα να μειώνεται η συμμετοχή σε πραγματικές κοινωνικές εμπειρίες και να εξασθενούν τα συναισθηματικά οφέλη των διαπροσωπικών σχέσεων.
Η συνεχής ενασχόληση με το κινητό τηλέφωνο συνδέεται επίσης με μειωμένη σωματική δραστηριότητα, γεγονός που στερεί από τον οργανισμό την παραγωγή ενδορφινών, ουσιών που βελτιώνουν τη διάθεση. Παράλληλα, η Gupta αναφέρεται στην «υπόθεση της μετατόπισης», σύμφωνα με την οποία ο χρόνος μπροστά στην οθόνη αντικαθιστά άμεσα τον χρόνο που θα μπορούσε να αφιερωθεί στον ύπνο. Οι συνεχείς ειδοποιήσεις ενισχύουν τον φόβο ότι κάποιος χάνει κάτι σημαντικό (FOMO), καθιστώντας δυσκολότερη την αποσύνδεση από τις συσκευές, ιδιαίτερα τις βραδινές ώρες.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ακόμη και η απλή παρουσία μιας συσκευής στο υπνοδωμάτιο, χωρίς ενεργή χρήση, έχει συσχετιστεί με χειρότερη ποιότητα ύπνου. Όταν η χρήση συνεχίζεται στο κρεβάτι, προκαλείται κατάσταση γνωστικής και συναισθηματικής υπερδιέγερσης, η οποία δυσχεραίνει τόσο την έλευση όσο και τη διατήρηση του ύπνου. Επιπλέον, το μπλε φως των οθονών έχει αποδειχθεί ότι παρεμβαίνει στους κιρκαδικούς ρυθμούς, αν και ορισμένες σύγχρονες συσκευές διαθέτουν λειτουργίες μερικής προστασίας.
Όσον αφορά τη μείωση του χρόνου οθόνης, ο θεραπευτής John Sovec επισημαίνει ότι μια πλήρης «ψηφιακή αποτοξίνωση» δεν είναι ρεαλιστική για τους περισσότερους νέους. Αντίθετα, προτείνει σταδιακές και συνεργατικές παρεμβάσεις, όπως ανοιχτές συζητήσεις μεταξύ γονέων και παιδιών και τη συμφωνία για μείωση της χρήσης κατά 25%. Η αντικατάσταση του χρόνου οθόνης με κοινωνικές δραστηριότητες, όπως βραδιές παιχνιδιών ή απλές συναντήσεις με φίλους και οικογένεια, μπορεί να διευκολύνει τη μετάβαση. Επίσης, προτείνεται η καθιέρωση ωρών χωρίς οθόνες, ιδιαίτερα μετά το σχολείο ή πριν τον ύπνο.
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, η έρευνα γύρω από τα κοινωνικά δίκτυα παρουσιάζει μεθοδολογικές δυσκολίες. Όπως επισημαίνει η Gupta, οι τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, ενώ τα αυτοαναφερόμενα ερωτηματολόγια ενδέχεται να υποεκτιμούν τα συμπτώματα. Επιπλέον, οι συμμετέχοντες της μελέτης χρησιμοποιούσαν τα κοινωνικά δίκτυα λιγότερο από δύο ώρες ημερησίως, σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ηλικιακής τους ομάδας, γεγονός που περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων.
Συμπερασματικά, η μείωση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων, ακόμη και για σύντομο χρονικό διάστημα, φαίνεται να συνδέεται με ουσιαστικά οφέλη για την ψυχική υγεία των νέων ενηλίκων. Ωστόσο, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών και την ανάπτυξη αποτελεσματικών, ρεαλιστικών παρεμβάσεων.
