Αυτό είναι το "σκοτεινό" κομμάτι της διατροφής που οδηγεί σε ασθένειες και πρόωρο θάνατο
21 Ιουνίου 2026, 08:00
Η αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος το 2003 δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες ότι θα εξηγούσε τα αίτια των περισσότερων ασθενειών. Ωστόσο, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η γενετική ευθύνεται μόνο για περίπου το 10% του κινδύνου εμφάνισής τους, ενώ το υπόλοιπο 90% σχετίζεται με περιβαλλοντικούς παράγοντες, με τη διατροφή να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Σήμερα, η κακή διατροφή συνδέεται με περίπου έναν στους πέντε θανάτους ενηλίκων παγκοσμίως και στην Ευρώπη ευθύνεται για σχεδόν τους μισούς θανάτους από καρδιαγγειακά νοσήματα. Παρά τις δεκαετίες οδηγιών για μείωση του λίπους, της ζάχαρης και του αλατιού, η παχυσαρκία και οι ασθένειες που σχετίζονται με τη διατροφή συνεχίζουν να αυξάνονται, γεγονός που δείχνει ότι η παραδοσιακή προσέγγιση της διατροφής είναι ανεπαρκής.
Μέχρι πρόσφατα, η επιστήμη της διατροφής επικεντρωνόταν κυρίως στα βασικά θρεπτικά συστατικά, όπως οι πρωτεΐνες, οι υδατάνθρακες, τα λιπαρά και οι βιταμίνες, δηλαδή σε περίπου 150 γνωστές χημικές ουσίες. Ωστόσο, οι ερευνητές εκτιμούν πλέον ότι τα τρόφιμα περιέχουν περισσότερες από 26.000 διαφορετικές ενώσεις, οι περισσότερες από τις οποίες παραμένουν ανεξερεύνητες.
Η κατάσταση αυτή παρομοιάζεται με τη «σκοτεινή ύλη» του σύμπαντος. Όπως οι αστρονόμοι γνωρίζουν ότι η σκοτεινή ύλη υπάρχει παρότι δεν μπορεί να παρατηρηθεί άμεσα, έτσι και οι επιστήμονες της διατροφής υποθέτουν ότι χιλιάδες άγνωστες ουσίες στα τρόφιμα επηρεάζουν την υγεία μας χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε τον ακριβή ρόλο τους. Οι ουσίες αυτές χαρακτηρίζονται συχνά ως «διατροφική σκοτεινή ύλη».
Για να μελετηθούν αυτές οι άγνωστες ενώσεις, αναπτύχθηκε ο κλάδος της foodomics, ο οποίος συνδυάζει τη γονιδιωματική, την πρωτεωμική, τη μεταβολομική και τη διατροφογονιδιωματική. Μέσα από αυτές τις προσεγγίσεις εξετάζεται πώς τα συστατικά της τροφής αλληλεπιδρούν με τα γονίδια, τις πρωτεΐνες και τις μεταβολικές διαδικασίες του ανθρώπινου οργανισμού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεσογειακή διατροφή, η οποία περιλαμβάνει άφθονα φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς, ελαιόλαδο και ψάρια, ενώ περιορίζει το κόκκινο κρέας και τα γλυκά. Είναι γνωστό ότι μειώνει τον κίνδυνο καρδιοπαθειών, όμως η αποτελεσματικότητά της φαίνεται να σχετίζεται με πολύπλοκες χημικές αλληλεπιδράσεις. Για παράδειγμα, η ουσία TMAO, που παράγεται από βακτήρια του εντέρου κατά τη διάσπαση συστατικών του κόκκινου κρέατος και των αυγών, αυξάνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων. Αντίθετα, ουσίες που περιέχονται στο σκόρδο μπορούν να εμποδίσουν την παραγωγή της.
Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο ρόλος του μικροβιώματος του εντέρου. Τα βακτήρια μετατρέπουν διάφορες φυτικές ενώσεις σε νέες ουσίες με ευεργετικές ιδιότητες. Ένα παράδειγμα είναι το ελλαγικό οξύ, που βρίσκεται σε φρούτα και ξηρούς καρπούς και μετατρέπεται σε ουρολιθίνες, ενώσεις που συμβάλλουν στη διατήρηση της υγείας των μιτοχονδρίων, δηλαδή των «εργοστασίων παραγωγής ενέργειας» των κυττάρων.
Επιπλέον, η διατροφή μπορεί να επηρεάσει ακόμη και τη λειτουργία των γονιδίων μέσω επιγενετικών μηχανισμών, χωρίς να αλλάζει το ίδιο το DNA. Ιστορικά γεγονότα, όπως ο λιμός στην Ολλανδία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδειξαν ότι τα παιδιά γυναικών που υπέστησαν υποσιτισμό κατά την εγκυμοσύνη εμφάνισαν αργότερα αυξημένα ποσοστά καρδιοπαθειών, διαβήτη τύπου 2 και ψυχικών διαταραχών, εξαιτίας αλλαγών στη γονιδιακή τους δραστηριότητα.
Σήμερα, ερευνητικά προγράμματα όπως το Foodome Project επιχειρούν να χαρτογραφήσουν αυτόν τον αθέατο χημικό κόσμο των τροφίμων. Ήδη έχουν καταγραφεί περισσότερα από 130.000 μόρια, με στόχο να αποσαφηνιστεί η σχέση τους με τις πρωτεΐνες του ανθρώπου, το μικροβίωμα και διάφορες ασθένειες.
Η μελέτη της «διατροφικής σκοτεινής ύλης» φιλοδοξεί να εξηγήσει γιατί ορισμένες δίαιτες λειτουργούν διαφορετικά από άτομο σε άτομο, γιατί κάποια τρόφιμα άλλοτε προστατεύουν και άλλοτε επιβαρύνουν την υγεία, αλλά και να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων και καινοτόμων τροφίμων. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η τροφή δεν αποτελεί απλώς πηγή θερμίδων και θρεπτικών συστατικών, αλλά έναν εξαιρετικά πολύπλοκο χημικό κόσμο, η κατανόηση του οποίου μπορεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τη διατροφή, την πρόληψη και τη θεραπεία των ασθενειών.
