Η διάταση και η επιμήκυνση μικρών αρτηριών συνδέθηκε με ισχαιμικά εγκεφαλικά
15 Μαΐου 2026, 16:00
Νέα επιστημονική μελέτη έφερε σημαντικά στοιχεία σχετικά με τα αίτια ενός από τους πιο συχνούς τύπους εγκεφαλικού επεισοδίου, γεγονός που ενδέχεται να αλλάξει τόσο την πρόληψη όσο και τη θεραπεία του στο μέλλον. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Circulation και υποστηρίζει ότι τα ισχαιμικά εγκεφαλικά δεν προκαλούνται κυρίως από απόφραξη μεγάλων αρτηριών λόγω λιπώδους πλάκας, όπως θεωρούσαν μέχρι σήμερα οι γιατροί, αλλά από βλάβη στα μικρά αγγεία του εγκεφάλου.
Το «lacunar stroke» αποτελεί μορφή ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Πρόκειται για είδος εγκεφαλικού που οφείλεται σε νόσο των μικρών αγγείων και συνδέεται στενά με την υψηλή αρτηριακή πίεση. Τα ισχαιμικά εγκεφαλικά συμβαίνουν όταν κάποιο αιμοφόρο αγγείο φράσσεται, μειώνοντας την παροχή αίματος στον εγκέφαλο. Περίπου το 87% όλων των εγκεφαλικών είναι ισχαιμικά, ενώ περίπου το ένα τέταρτο αυτών αφορά τα προαναφερθέντα. Σε αντίθεση με άλλους τύπους εγκεφαλικών, είναι μικρότερα σε και εμφανίζονται βαθιά μέσα στον εγκέφαλο, σε περιοχές που τροφοδοτούνται από πολύ μικρά αγγεία.
Οι επιστήμονες γνώριζαν ότι αυτός ο τύπος εγκεφαλικού σχετίζονται με τη λεγόμενη νόσο των μικρών αγγείων του εγκεφάλου (cerebral small vessel disease – cSVD), όμως οι ακριβείς μηχανισμοί που προκαλούν τη βλάβη παρέμεναν ασαφείς. Σύμφωνα με την επικεφαλής της μελέτης, Joanna Wardlaw από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, τα νέα δεδομένα δείχνουν ξεκάθαρα ότι το πρόβλημα δεν οφείλεται κυρίως στη στένωση των μεγάλων αρτηριών από λίπος, αλλά σε παθολογικές αλλοιώσεις των μικρών αγγείων μέσα στον ίδιο τον εγκέφαλο.
Για τις ανάγκες της έρευνας, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 229 ασθενείς που είχαν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Από αυτούς, οι 131 είχαν υποστεί «lacunar stroke» εγκεφαλικό. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από τη μελέτη Mild Stroke Study 3 και είχαν νοσηλευτεί στο Εδιμβούργο μεταξύ 2018 και 2021.
Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου και σε λεπτομερείς κλινικές εξετάσεις κατά την έναρξη της μελέτης και ξανά έναν χρόνο αργότερα. Οι ερευνητές εξέτασαν πώς σχετίζονται οι αλλαγές στις αρτηρίες με τους διαφορετικούς τύπους εγκεφαλικού και με τη γενικότερη καρδιαγγειακή υγεία των ασθενών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε σε δύο παράγοντες: αφενός στη στένωση των μεγάλων αρτηριών, που παραδοσιακά θεωρείται βασικός παράγοντας κινδύνου για όλα τα ισχαιμικά εγκεφαλικά, και αφετέρου στη διάταση και επιμήκυνση των μικρών αγγείων μέσα στον εγκέφαλο.
Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα σημαντικά. Η στένωση των μεγάλων αρτηριών δεν φάνηκε να σχετίζεται, ούτε με τα συγκεκριμένα μικρά εγκεφαλικά επεισόδια που προκαλούνται από βλάβη των μικρών αγγείων (lacunar stroke) ούτε με τους δείκτες της νόσου των μικρών αγγείων. Αντίθετα, η διάταση και η επιμήκυνση των μικρών αρτηριών συνδέθηκε έντονα με αυτού του είδους τα μικρά εγκεφαλικά. Οι ασθενείς που παρουσίαζαν τέτοιες αλλοιώσεις στις απεικονίσεις τους είχαν τετραπλάσιες πιθανότητες να έχουν υποστεί αυτού του τύπου το μικρό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Οι ίδιες αλλοιώσεις συνδέθηκαν επίσης με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης «σιωπηλών» εγκεφαλικών μέσα στον επόμενο χρόνο. Τα σιωπηλά εγκεφαλικά είναι μικρές περιοχές βλάβης στον εγκέφαλο που προκαλούνται από περιορισμένη αιμάτωση, αλλά συνήθως δεν εμφανίζουν εμφανή συμπτώματα. Παρ’ όλα αυτά, μπορούν να επηρεάσουν σταδιακά τη γνωστική λειτουργία και να αυξήσουν τον κίνδυνο άνοιας ή νέων εγκεφαλικών.
Αξιοσημείωτο είναι ότι περισσότερο από το ένα τέταρτο των ασθενών εμφάνισε τέτοια σιωπηλά εγκεφαλικά παρά το γεγονός ότι λάμβανε τις συνήθεις θεραπείες πρόληψης, όπως αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα (π.χ. ασπιρίνη), φάρμακα για την πίεση και στατίνες για τη χοληστερόλη. Αυτό υποδηλώνει ότι οι υπάρχουσες θεραπείες ίσως δεν είναι επαρκείς για την αντιμετώπιση της νόσου των μικρών αγγείων.
Οι ερευνητές προτείνουν διάφορες πιθανές εξηγήσεις για τα ευρήματα. Μία θεωρία είναι ότι υπάρχει γενετική σύνδεση ανάμεσα στη διάταση των αγγείων και στη νόσο των μικρών αγγείων. Μια άλλη πιθανότητα είναι ότι τα διατεταμένα αγγεία χάνουν τη φυσιολογική ελαστικότητά τους και δεν μπορούν να ρυθμίσουν σωστά τη ροή του αίματος. Η Wardlaw εξήγησε ότι, παρόλο που θεωρητικά τα πιο φαρδιά αγγεία θα έπρεπε να επιτρέπουν καλύτερη κυκλοφορία, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι «χαλαρά» και δυσλειτουργικά, αδυνατώντας να συστέλλονται και να διαστέλλονται σωστά.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η μελέτη είχε περιορισμούς, καθώς όλοι οι ασθενείς προέρχονταν από μία μόνο πόλη, γεγονός που σημαίνει ότι χρειάζονται μεγαλύτερες και πολυκεντρικές μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα.
Με βάση τα νέα δεδομένα, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι θεραπείες για αυτού του είδους τα μικρά εγκεφαλικά θα πρέπει να επικεντρωθούν στη βελτίωση της λειτουργίας των μικρών αγγείων και όχι μόνο στην πρόληψη της απόφραξης των μεγάλων αρτηριών. Για τον λόγο αυτό διεξάγεται ήδη η μελέτη LACI-3 στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία εξετάζει αν δύο φάρμακα -η cilostazol και η isosorbide mononitrate- μπορούν να προστατεύσουν τα μικρά αγγεία του εγκεφάλου και να μειώσουν τόσο τα νέα εγκεφαλικά όσο και τη γνωστική έκπτωση.
